Βεγγαλικά στη Βάρκα: Ψυχίατρος για Καπνογόνα; | vacuum.gr

vacuum.gr • ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΠΟΨΗ

Μια βάρκα τεσσάρων μέτρων, ένας ψυχίατρος και το καπνογόνο του παραλόγου

Το κράτος σε υποχρεώνει να έχεις σωστικά σήματα κινδύνου στη βάρκα. Μετά σε στέλνει στην Αστυνομία — και στον ψυχίατρο — για να τα αγοράσεις. Δεν είναι ασφάλεια. Είναι ελληνικός διοικητικός σουρεαλισμός με θέα τη θάλασσα.

Δημοσίευση:
Η εικόνα είναι απλή: έχεις μια μικρή βάρκα, θέλεις να είσαι νόμιμος και ασφαλής, και για να αγοράσεις το υποχρεωτικό καπνογόνο διάσωσης πρέπει να αποδείξεις στην Πολιτεία ότι δικαιούσαι να αγοράσεις αυτό που η ίδια η Πολιτεία σε υποχρεώνει να έχεις.

Ας πούμε ότι έχεις μια μικρή βάρκα. Όχι γιοτ με πλήρωμα, όχι ταχύπλοο επίδειξης, όχι κάτι που θυμίζει επιχείρηση ειδικών αποστολών. Μια βαρκούλα τεσσάρων μέτρων. Για ένα ψάρεμα, μια βόλτα, μια ήσυχη έξοδο στη θάλασσα. Θέλεις να κάνεις το αυτονόητο: να έχεις σωσίβια, πυροσβεστήρα, άγκυρα και τα προβλεπόμενα σήματα κινδύνου, ώστε αν κάποτε στραβώσει κάτι, να μπορείς να γίνεις ορατός και να ζητήσεις βοήθεια.

Και κάπου εκεί εμφανίζεται το ελληνικό κράτος, όχι ως οργανωτής της ασφάλειας, αλλά ως σεναριογράφος επιθεώρησης.

Σου λέει πρώτα: «Πρέπει να έχεις φωτοβολίδες και καπνογόνα στο σκάφος σου». Πολύ σωστά. Η θάλασσα δεν αστειεύεται και τα σωστικά μέσα δεν είναι διακοσμητικά. Μετά, όμως, το ίδιο κράτος προσθέτει: «Για να τα αγοράσεις, θέλεις άδεια από την Αστυνομία». Και αμέσως μετά: «Για την άδεια, φέρε και πιστοποιητικό ψυχιάτρου».

Ο άνθρωπος δεν πάει να αγοράσει πιστόλι. Δεν ζητά πυρομαχικά. Δεν οργανώνει νυχτερινό σόου σε πλατεία. Δεν ετοιμάζει απόβαση. Θέλει να αγοράσει ένα μέσο που, αν μείνει ακυβέρνητος ή κινδυνεύσει στη θάλασσα, μπορεί να βοηθήσει να τον βρουν πριν γίνει είδηση.

Το κράτος πρώτα το κάνει υποχρεωτικό και μετά σε αντιμετωπίζει ως ύποπτο

Η ίδια η Ελληνική Αστυνομία αναφέρει στις οδηγίες της ότι όσοι διαθέτουν άδεια εκτέλεσης πλόων υποχρεούνται να έχουν προμηθευτεί τις φωτοβολίδες και τα καπνογόνα του σκάφους τους με Άδεια Αγοράς από αρμόδια Αστυνομική Αρχή. Οι έμποροι, μάλιστα, επιτρέπεται να τα πωλούν μόνο σε ενήλικες που διαθέτουν τέτοια άδεια.

Άρα η διαδρομή είναι περίπου η εξής:

1. Το Λιμενικό και οι κανονισμοί ασφάλειας απαιτούν να έχεις σωστικά σήματα στο σκάφος.
2. Για να τα αγοράσεις, χρειάζεσαι άδεια αγοράς από την Αστυνομία.
3. Για την άδεια, απαιτείται αίτηση, δικαιολογητικά, παράβολο και πιστοποιητικό ειδικού ψυχιάτρου.
4. Όταν τα σωστικά λήξουν και χρειαστεί να αντικατασταθούν, η διαδικασία ανοίγει ξανά — και, όταν έχει συμπληρωθεί η προβλεπόμενη τριετία από το τελευταίο πιστοποιητικό, ξαναμπαίνει στο παιχνίδι και ο ψυχίατρος.

Αυτό δεν είναι απλώς γραφειοκρατία. Είναι η γραφειοκρατία που, αφού πρώτα δημιουργήσει μια υποχρέωση, κοιτάζει με καχυποψία τον πολίτη επειδή προσπαθεί να την τηρήσει.

Σου επιτρέπει να πλεύσεις — αλλά όχι να φύγεις

Και εδώ φτάνουμε στο παράλογο του παραλόγου. Το ίδιο κράτος που σου ζητά να έχεις νόμιμο σκάφος και να διαθέτεις άδεια εκτέλεσης πλόων, το ίδιο κράτος που — όταν πρόκειται για ταχύπλοο — σε βάζει να εκπαιδευτείς, να εξεταστείς και να αποκτήσεις κανονικά άδεια χειριστή, στο τέλος μπορεί να σε αφήσει πρακτικά δεμένο στο λιμάνι.

Για να είμαστε ακριβείς: η άδεια εκτέλεσης πλόων είναι το έγγραφο του σκάφους. Το «δίπλωμα» του ανθρώπου είναι η άδεια χειριστή ταχυπλόου σκάφους, η οποία αποκτάται με εξετάσεις και, σύμφωνα με την επίσημη ηλεκτρονική υπηρεσία του Λιμενικού, ισχύει μέχρι ο κάτοχός της να συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του.

Δηλαδή η Πολιτεία μπορεί να έχει ήδη κρίνει ότι:

Το σκάφος σου δικαιούται να εκτελεί πλόες, αφού έχει εφοδιαστεί με άδεια εκτέλεσης πλόων.
Εσύ, όπου απαιτείται άδεια χειριστή, κρίθηκες ικανός να το κυβερνήσεις, αφού εκπαιδεύτηκες και πέρασες εξετάσεις.
Η έξοδος στη θάλασσα, όμως, προϋποθέτει ότι το σκάφος φέρει και όλα τα υποχρεωτικά σωστικά εφόδια που προβλέπονται για την κατηγορία και τους πλόες του.

Και εκεί ξεκινά η διοικητική κωμωδία. Για ένα ερασιτεχνικό μικρό σκάφος έως δέκα μέτρα, ο κανονισμός προβλέπει, μεταξύ άλλων, τρία βεγγαλικά χειρός και ένα καπνογόνο. Δεν πρόκειται για προαιρετικά αξεσουάρ, ούτε για αντικείμενα που παίρνεις μαζί σου επειδή σου αρέσουν τα θεάματα. Είναι σωστικά μέσα. Χωρίς τον προβλεπόμενο εξοπλισμό, δεν είσαι κανονικά έτοιμος να εκτελέσεις τον πλου για τον οποίο έχεις άδεια.

Άρα μπορείς να έχεις πληρώσει για τη βάρκα σου. Να την έχεις δηλώσει. Να έχεις πάρει άδεια εκτέλεσης πλόων. Να έχεις, όπου χρειάζεται, δώσει εξετάσεις και να έχεις αποκτήσει δίπλωμα χειριστή που ισχύει μέχρι τα 65 σου. Και παρ’ όλα αυτά, για να κάνεις αυτό που ήδη σου επιτράπηκε — να βγεις νόμιμα στη θάλασσα — χρειάζεσαι τα σωστικά βεγγαλικά και το καπνογόνο.

Τα οποία, όμως, δεν μπορείς απλώς να αγοράσεις δείχνοντας ότι έχεις νόμιμη βάρκα και νόμιμη άδεια πλόων. Για να προμηθευτείς τα σωστικά που απαιτούνται ώστε να ενεργοποιήσεις στην πράξη την άδεια που ήδη έχεις, πρέπει να περάσεις ξανά από την Αστυνομία και από πιστοποιητικό ψυχιάτρου.

Σου δίνει άδεια να έχεις βάρκα. Σου δίνει, όπου απαιτείται, δίπλωμα για να την κυβερνάς. Σε υποχρεώνει να έχεις σωστικά για να πλεύσεις. Και μετά σου λέει ότι, για να αγοράσεις τα σωστικά που κάνουν δυνατή την πλεύση, πρέπει να πάρεις νέα άδεια με πιστοποιητικό ψυχιάτρου.

Η άδεια χειριστή δεν ακυρώνεται νομικά. Δεν παύει να ισχύει. Αδειάζει όμως πρακτικά από περιεχόμενο, όταν δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις νόμιμα τη βάρκα σου χωρίς τα σωστικά μέσα που το ίδιο το κράτος δυσκολεύει να αποκτήσεις.

Είναι σαν να σου δίνουν άδεια οδήγησης αυτοκινήτου μετά από μαθήματα και εξετάσεις, να σου εκδίδουν άδεια κυκλοφορίας για το αυτοκίνητο και μετά να σου απαγορεύουν να αγοράσεις τρίγωνο ασφαλείας ή πυροσβεστήρα αν δεν περάσεις πρώτα από ψυχίατρο και Αστυνομία. Και, επειδή αυτά τα αντικείμενα λήγουν, να σε ξαναστέλνουν στον ίδιο κύκλο κάθε φορά που προσπαθείς να παραμείνεις νόμιμος.

Δεν κυνηγάς πια την ασφάλεια στη θάλασσα. Κυνηγάς την ουρά σου: για να πλεύσεις χρειάζεσαι σωστικά, για να πάρεις σωστικά χρειάζεσαι άδεια, και για να αξιοποιήσεις την άδεια που ήδη έχεις πρέπει να αποδείξεις ξανά ότι δικαιούσαι να συμμορφωθείς.

Το κράτος, δηλαδή, δεν σου λέει απλώς «να είσαι ασφαλής». Σου λέει: «Σου επιτρέπω να φύγεις, αρκεί να έχεις εκείνο που δεν σου επιτρέπω να αγοράσεις απλά επειδή ακριβώς θέλεις να φύγεις νόμιμα».

Και κάπου εκεί, η μικρή βάρκα των τεσσάρων μέτρων παύει να είναι μέσο αναψυχής. Γίνεται διαδραστικό σεμινάριο πάνω στην ελληνική γραφειοκρατία: ξεκινάς από το Λιμενικό, περνάς από τις εξετάσεις, φτάνεις στην Αστυνομία, κάνεις στάση στον ψυχίατρο και, όταν επιτέλους βάλεις το καπνογόνο στο στεγανό κουτί, έχεις σχεδόν ξεχάσει ότι αρχικά ήθελες απλώς να πας για ψάρεμα.

Δεν είναι όλα «πιστόλι φωτοβολίδων»

Στην κοινή αντίληψη, η λέξη «βεγγαλικά» φέρνει στο μυαλό εκτόξευση, κρότο, φωτιά, ίσως και κάτι που μπορεί να χρησιμοποιηθεί επιθετικά. Όμως στα σωστικά εφόδια ενός μικρού σκάφους τα πράγματα δεν είναι όλα ίδια.

Ο ίδιος ο Γενικός Κανονισμός Λιμένα 23, για κατηγορία μικρών επαγγελματικών σκαφών μεταφοράς επιβατών, κατονομάζει ξεχωριστά τρία βεγγαλικά χειρός ερυθρού χρώματος και τρία καπνογόνα, τριετούς ισχύος, τα οποία φυλάσσονται σε στεγανό κουτί. Δηλαδή ο κανονισμός δεν μιλά υποχρεωτικά για συσκευή εκτόξευσης φωτοβολίδας σαν να κρατά ο πολίτης ένα μικρό ναυτικό όπλο. Μιλά και για χειρός και για καπνογόνα: σωστικά μέσα ορατότητας, που υπάρχουν για να εντοπιστεί κάποιος σε ανάγκη.

Κι όμως, στην πράξη, ακόμη και ο άνθρωπος που θέλει να αγοράσει το καπνογόνο διάσωσης της βάρκας του περνά μέσα από μια διαδικασία που μοιάζει να έχει σχεδιαστεί με τη νοοτροπία του οπλισμού και όχι με τη λογική του σωστικού εξοπλισμού.

Εδώ βρίσκεται το βαθύ παράδοξο: το αντικείμενο αγοράζεται όχι για να χρησιμοποιηθεί στην πόλη, στο γήπεδο ή σε κάποια νυχτερινή επίδειξη, αλλά για να παραμείνει κλεισμένο σε ένα στεγανό κουτί και να χρησιμοποιηθεί μόνο στην ακραία στιγμή που ένας άνθρωπος κινδυνεύει στη θάλασσα.

Το ελληνικό κράτος δεν σε ρωτά αν έχεις καπνογόνο για να πανηγυρίσεις. Σε στέλνει για πιστοποιητικό επειδή θέλεις να έχεις καπνογόνο για να σωθείς.

Η άδεια, ο σφραγισμένος φάκελος και η μικρή βαρκούλα

Η υπουργική απόφαση του 2023 προβλέπει, για τις σχετικές άδειες που εμπίπτουν στο συγκεκριμένο κανονιστικό πλαίσιο, πιστοποιητικό ιατρού ειδικότητας ψυχιάτρου. Το πιστοποιητικό πρέπει να περιλαμβάνει στοιχεία του εξεταζομένου και, όταν παραδίδεται από τον ίδιο, να βρίσκεται σε σφραγισμένο φάκελο, τον οποίο ελέγχει η αρμόδια Αστυνομική Αρχή.

Ας το μεταφράσουμε στην εικόνα της καθημερινότητας:

Ο ιδιοκτήτης της βαρκούλας δεν ξεκινά απλώς για το κατάστημα ναυτιλιακών ειδών. Πρώτα χρειάζεται να κινηθεί ως αιτών άδεια. Να συγκεντρώσει δικαιολογητικά. Να πληρώσει παράβολο. Να προσκομίσει την άδεια εκτέλεσης πλόων, ώστε να αποδείξει ότι πράγματι έχει σκάφος. Να περάσει από ψυχίατρο. Να μεταφέρει ή να αποσταλεί το πιστοποιητικό στην Αστυνομία. Και όλα αυτά για να αποκτήσει το σωστικό υλικό που θα κλειδώσει σε ένα κουτί στη βάρκα του.

Στον δημοσιευμένο οδηγό διοικητικών πράξεων της ΕΛ.ΑΣ., η άδεια αγοράς φωτοβολίδων, συσκευών εκτόξευσης αυτών και κατοχής των ειδών αυτών για φυσικό πρόσωπο περιγράφεται με παράβολο 2,04 ευρώ, προθεσμία διεκπεραίωσης έως 50 ημέρες και διάρκεια ισχύος έξι μηνών.

Έως πενήντα ημέρες για να αγοράσεις το σωστικό μέσο που πρέπει να έχεις πριν βγεις νόμιμα και ασφαλώς στη θάλασσα. Είναι σχεδόν ποιητικό: μπορεί η θάλασσα να αλλάζει σε δέκα λεπτά, αλλά η διοίκηση κρατά δικαίωμα να σκεφτεί το καπνογόνο σου για ενάμιση μήνα.

Ο κύκλος της τριετίας: αγοράζεις, λήγει, ξαναξεκινάς

Τα σωστικά μέσα δεν είναι αιώνια. Και σωστά δεν είναι. Ένα καπνογόνο ή ένα βεγγαλικό κινδύνου πρέπει να είναι αξιόπιστο την ώρα που θα χρειαστεί. Σε συγκεκριμένες κατηγορίες μικρών σκαφών, ο κανονισμός προβλέπει ρητά βεγγαλικά χειρός και καπνογόνα τριετούς ισχύος.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι λήγουν. Το πρόβλημα είναι τι σημαίνει αυτό μέσα στο συγκεκριμένο σύστημα.

Με τη λήξη τους, ο νόμιμος και συνεπής ιδιοκτήτης πρέπει να τα αντικαταστήσει. Αλλά για να τα αντικαταστήσει δεν αρκεί να πάει σε ένα πιστοποιημένο κατάστημα, να δείξει την άδεια εκτέλεσης πλόων και να αγοράσει νέα σωστικά μέσα με καταγραφή των στοιχείων του. Χρειάζεται νέα άδεια αγοράς. Και όταν η νέα αίτηση έρχεται μετά την παρέλευση τριετίας από το προηγούμενο ιατρικό πιστοποιητικό, ξαναφτάνει στο ίδιο σημείο: νέος κύκλος δικαιολογητικών, νέος ψυχίατρος, νέα διοικητική ταλαιπωρία.

Δηλαδή ο άνθρωπος που έχει τη μικρή βάρκα δεν χρειάζεται μόνο να θυμάται πότε λήγουν τα σωστικά του. Πρέπει να θυμάται και πότε λήγει η διοικητική ανοχή του κράτους απέναντι στη δυνατότητά του να τα αγοράζει.

Υπάρχει κάτι σχεδόν κωμικό σε αυτή την επανάληψη. Κάθε τρία χρόνια, η Πολιτεία μοιάζει να ξαναρωτά:

«Εξακολουθείς, κύριε, να είσαι κατάλληλος για να έχεις μέσα στη βάρκα σου ένα καπνογόνο που εμείς σου επιβάλλουμε να διαθέτεις;»

Και αν το βρουν στη βάρκα χωρίς την προβλεπόμενη άδεια; Αυτόφωρο

Εδώ το διοικητικό παράδοξο παύει να είναι απλώς ταλαιπωρία και αποκτά μια πολύ πιο βαριά διάσταση: δεν μιλάμε μόνο για ένα χαρτί που ξέχασες να βγάλεις ή για μια παρατήρηση σε έλεγχο. Η κατοχή ή χρήση των συγκεκριμένων ειδών κατά παράβαση του νόμου αντιμετωπίζεται ποινικά ως πλημμέλημα.

Και όταν ένα πλημμέλημα διαπιστώνεται εκείνη τη στιγμή, εφαρμόζεται η αυτόφωρη διαδικασία. Δηλαδή, ο άνθρωπος που έχει στο σκάφος του τα καπνογόνα ή τα βεγγαλικά διάσωσης που προβλέπονται για την ασφάλειά του, μπορεί — εάν κατά τον έλεγχο θεωρηθεί ότι δεν καλύπτεται από την απαιτούμενη άδεια ή ότι παραβιάζει το πλαίσιο κατοχής — να μη φύγει απλώς με μια σύσταση ή ένα πρόστιμο. Μπορεί να συλληφθεί και να οδηγηθεί στον εισαγγελέα.

Το σωστικό μέσο που το κράτος σε υποχρεώνει να έχεις στη βάρκα σου, μπορεί να γίνει ο λόγος να περάσεις την πόρτα του εισαγγελέα επειδή το ίδιο κράτος έκανε την αγορά και την κατοχή του διοικητικό ναρκοπέδιο.

Δεν πρόκειται για θεωρητική υπερβολή. Τον Ιούλιο του 2025, επτά επαγγελματίες σκαφών αναψυχής στη Χαλκιδική συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν ενώπιον εισαγγελέα για παράβαση του νόμου περί φωτοβολίδων και πυροτεχνημάτων, με αφορμή την κατοχή βεγγαλικών και καπνογόνων που αποτελούσαν μέρος των σωστικών μέσων των σκαφών τους. Σύμφωνα με το σχετικό ρεπορτάζ, οι κατηγορίες ήταν πλημμεληματικού χαρακτήρα και μπορούσαν να επισύρουν ποινή φυλάκισης έως και ενός έτους.

Χρειάζεται εδώ μια ακρίβεια: από το δημοσιευμένο ρεπορτάζ δεν προκύπτει ότι οι συγκεκριμένοι επαγγελματίες συνελήφθησαν αποκλειστικά επειδή τα σωστικά τους είχαν λήξει. Προκύπτει όμως κάτι αρκετά σοβαρό από μόνο του: ότι η κατοχή των σωστικών σημάτων ενός σκάφους, όταν η Αρχή θεωρήσει ότι δεν έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία, μπορεί πράγματι να οδηγήσει σε σύλληψη και εισαγγελέα.

Εδώ πλέον η εικόνα ξεπερνά τη φάρσα. Ο ιδιοκτήτης του σκάφους βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κρατικές απαιτήσεις που μπορούν να τον συνθλίψουν από αντίθετες πλευρές:

Από τη μία: αν δεν έχει τα υποχρεωτικά σωστικά μέσα στη βάρκα, κινδυνεύει με κυρώσεις επειδή δεν είναι επαρκώς εξοπλισμένος για να πλεύσει.
Από την άλλη: αν τα έχει, αλλά η αγορά ή η κατοχή τους δεν θεωρηθεί διοικητικά καλυμμένη, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με ποινική διαδικασία και σύλληψη.

Δηλαδή το κράτος δεν σου λέει απλώς «βάλε σωστικά στη βάρκα». Σου λέει: «Βάλε σωστικά, αλλά πρόσεξε πολύ πώς τα αγόρασες, πότε τα αγόρασες, με ποια άδεια τα αγόρασες, αν έχεις το σωστό χαρτί, αν έχεις περάσει από ψυχίατρο και αν μπορείς να αποδείξεις ότι το αντικείμενο που κρατάς για να μη χαθείς στη θάλασσα δεν σε μετατρέπει σε παραβάτη».

Η δε αντίφαση με τη δημόσια χρήση καπνογόνων γίνεται πλέον σχεδόν εξωφρενική. Σε οπαδικές φιέστες και πανηγυρισμούς, ο πολίτης βλέπει εικόνες με δεκάδες καπνογόνα να ανάβουν μέσα σε πλήθη. Στη μικρή βάρκα, όμως, εκεί όπου το καπνογόνο υπάρχει για να φανεί ένας άνθρωπος που κινδυνεύει, το λάθος χαρτί μπορεί να σημαίνει αυτόφωρο.

Να έχεις σωστικά είναι υποχρέωση. Να αγοράσεις σωστικά είναι δοκιμασία. Να τα έχεις χωρίς να περάσεις σωστά από τον λαβύρινθο μπορεί να γίνει ποινική υπόθεση. Αυτή δεν είναι οργάνωση κράτους. Είναι παγίδα συμμόρφωσης.

Το κυνηγετικό όπλο και το καπνογόνο της διάσωσης

Συχνά ακούγεται ότι η άδεια του κυνηγετικού όπλου διαρκεί είκοσι χρόνια. Στον δημοσιευμένο οδηγό της ΕΛ.ΑΣ., η άδεια κατοχής όπλων για θήρα αναφέρεται με διάρκεια δέκα ετών. Όχι είκοσι. Η διόρθωση, όμως, δεν σώζει τη λογική του συστήματος. Αντιθέτως, την κάνει ακόμη πιο ορατή.

Για ένα κυνηγετικό όπλο, το διοικητικό πλαίσιο προβλέπει δεκαετή διάρκεια άδειας κατοχής. Για το υποχρεωτικό σωστικό σήμα μιας βάρκας, ο πολίτης μπορεί να βρεθεί σε επαναλαμβανόμενη διαδικασία άδειας αγοράς και νέου ιατρικού πιστοποιητικού, ακριβώς επειδή τα σωστικά του λήγουν σε σύντομο κύκλο και πρέπει υπεύθυνα να αντικαθίστανται.

Ας το πούμε καθαρά: ένα κυνηγετικό όπλο είναι όπλο. Ένα καπνογόνο διάσωσης στη βάρκα είναι μέσο ανάγκης. Μπορεί, βεβαίως, κάθε πυροτεχνικό ή καπνογόνο υλικό να απαιτεί έλεγχο, ασφαλή διάθεση και αυστηρή απαγόρευση κακής χρήσης. Αλλά ο έλεγχος δεν μπορεί να αγνοεί τη διαφορά σκοπού, χρήσης και κινδύνου.

Όταν το κράτος αντιμετωπίζει τον ιδιοκτήτη μιας βαρκούλας, που θέλει να εκπληρώσει υποχρέωση ασφάλειας, σαν να ζητά πρόσβαση σε ιδιωτικό οπλοστάσιο, δεν επιτυγχάνει σοβαρότερη προστασία. Απλώς αποδεικνύει ότι οι υπηρεσίες του δεν μιλούν την ίδια γλώσσα.

Στην κερκίδα εικόνα πανηγυρισμού, στη βάρκα σφραγισμένος φάκελος

Και μετά έρχεται η εικόνα που κάνει τον παραλογισμό ακόμη πιο εξοργιστικό.

Ο πολίτης βλέπει δημόσια πλάνα από αθλητικούς πανηγυρισμούς, πομπές και φιέστες με καπνογόνα. Πρόσφατα ρεπορτάζ κατέγραψαν καπνογόνα σε πανηγυρική πομπή οπαδών του Ολυμπιακού μετά τη μεγάλη ευρωπαϊκή επιτυχία της ομάδας στο μπάσκετ. Δεν χρειάζεται να ισχυριστούμε ότι σε κάθε περίπτωση «το κράτος δεν έκανε τίποτα» — άλλωστε σε άλλες αθλητικές διοργανώσεις έχουν επιβληθεί κυρώσεις για καπνογόνα.

Το σημείο είναι διαφορετικό και πολύ πιο σοβαρό: στη δημόσια εικόνα, το καπνογόνο εμφανίζεται ξανά και ξανά ως μέρος της οπαδικής ατμόσφαιρας, μιας κατάστασης όπου μπορεί να ανάψει μέσα ή δίπλα σε πλήθος ανθρώπων. Την ίδια ώρα, ο πολίτης με τη μικρή βάρκα, που δεν θέλει να πανηγυρίσει αλλά να προστατευτεί σε περίπτωση κινδύνου, περνά από σφραγισμένο ιατρικό φάκελο για να το έχει νόμιμα μέσα στο σκάφος του.

Δεν είναι επιχείρημα υπέρ της χαλάρωσης στα γήπεδα. Είναι επιχείρημα υπέρ της σοβαρότητας παντού.

Στις εξέδρες και στις συγκεντρώσεις, όπου το καπνογόνο μπορεί να χρησιμοποιηθεί παράνομα, επικίνδυνα και δίπλα σε χιλιάδες ανθρώπους, ο έλεγχος πρέπει να είναι πραγματικός, άμεσος και αυστηρός. Στη θάλασσα, όπου το πιστοποιημένο καπνογόνο βρίσκεται σε ένα στεγανό κουτί για να σώσει ζωή, η διαδικασία πρέπει να είναι λογική, γρήγορη και αναλογική.

Η βάρκα δεν είναι κερκίδα. Ο ψαράς δεν είναι οργανωμένος οπαδός. Και το καπνογόνο διάσωσης δεν είναι πανηγυρικό αξεσουάρ.

Ο νόμος δεν γεννήθηκε χθες — αλλά το παράλογο εξακολουθεί να είναι ολοζώντανο

Το θέμα παρουσιάζεται συχνά ως «νέος νόμος». Στην πραγματικότητα, το κανονιστικό οικοδόμημα δεν δημιουργήθηκε ξαφνικά για τις βάρκες. Στηρίζεται στον νόμο 456/1976 για φωτοβολίδες και πυροτεχνήματα και σε μεταγενέστερες διοικητικές αποφάσεις, με σημαντική τροποποίηση των δικαιολογητικών το 2023.

Αυτό, όμως, δεν κάνει την κατάσταση λιγότερο παράλογη. Ίσως την κάνει χειρότερη. Διότι σημαίνει ότι ένα σύστημα σχεδιασμένο με λογική άλλης εποχής εξακολουθεί να εφαρμόζεται πάνω σε απλούς πολίτες που επιχειρούν να τηρήσουν έναν κανόνα θαλάσσιας ασφάλειας.

Το πρόβλημα δεν είναι η πρόληψη της κατάχρησης. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν θα υποστηρίξει ότι φωτοβολίδες και καπνογόνα πρέπει να πωλούνται ανεξέλεγκτα, χωρίς ταυτοποίηση, χωρίς καταγραφή και χωρίς ευθύνη. Το πρόβλημα είναι ότι το κράτος αδυνατεί να ξεχωρίσει τον κίνδυνο από τον σκοπό.

Άλλο η κατοχή και η χρήση υλικών για αθλητικές εκδηλώσεις, επεισόδια ή αυθαίρετους πανηγυρισμούς. Άλλο η αγορά εγκεκριμένων ναυτικών σημάτων κινδύνου, σε συγκεκριμένη ποσότητα, από ιδιοκτήτη σκάφους που έχει νόμιμη άδεια εκτέλεσης πλόων και υποχρέωση να τα φέρει.

Το να βάζεις και τις δύο περιπτώσεις στο ίδιο διοικητικό σακί δεν είναι αυστηρότητα. Είναι τεμπελιά νομοθέτησης.

Τι θα έκανε ένα κράτος που δεν σατιρίζει μόνο του τον εαυτό του

Μια σοβαρή Πολιτεία δεν θα καταργούσε τον έλεγχο. Θα τον έκανε έξυπνο.

Θα ξεχώριζε ρητά τα πιστοποιημένα, μη εκτοξευόμενα ναυτικά καπνογόνα και τα βεγγαλικά χειρός που απαιτούνται ως σωστικά εφόδια, από τις συσκευές εκτόξευσης ή άλλες μορφές πυροτεχνικών που εύλογα χρειάζονται αυστηρότερο πλαίσιο.

Θα επέτρεπε την αγορά των υποχρεωτικών ναυτικών σημάτων με επίδειξη ισχύουσας άδειας εκτέλεσης πλόων και ταυτότητας σε αδειοδοτημένο κατάστημα. Ο έμπορος θα καταχωρούσε ηλεκτρονικά τον αγοραστή, το είδος, την ποσότητα, τον αριθμό παρτίδας και την ημερομηνία λήξης. Το Λιμενικό θα μπορούσε να ελέγχει στο σκάφος αν τα σωστικά υπάρχουν, αν είναι εντός ισχύος και αν αντιστοιχούν στο συγκεκριμένο πλωτό μέσο.

Θα διατηρούσε βαριές κυρώσεις για πώληση χωρίς καταγραφή, μεταπώληση, χρήση εκτός ανάγκης, μεταφορά σε αθλητικούς χώρους ή κατοχή ποσοτήτων που δεν δικαιολογούνται από τη θαλάσσια ασφάλεια.

Και θα σταματούσε να στέλνει στον ψυχίατρο τον πολίτη που απλώς θέλει να έχει νόμιμα μέσα στη βάρκα του αυτό που ο κανονισμός τού απαιτεί να έχει.

Γιατί στην πραγματική ζωή η ασφάλεια δεν είναι πόσες σφραγίδες συνέλεξες. Είναι αν, όταν βρίσκεσαι μόνος στη θάλασσα και χρειάζεσαι βοήθεια, το σωστικό μέσο που σου επέβαλε ο νόμος υπάρχει, είναι σε ισχύ και λειτουργεί.

Μια χώρα που απαιτεί το σωστικό και τιμωρεί τη συμμόρφωση

Υπάρχει μια ιδιαίτερη ελληνική ικανότητα να παίρνουμε κάτι λογικό και να το μετατρέπουμε σε διοικητικό ανέκδοτο.

Λογικό είναι να υπάρχουν σωστικά μέσα σε ένα σκάφος. Λογικό είναι να μη διατίθενται ανεξέλεγκτα επικίνδυνα υλικά. Λογικό είναι να ελέγχεται η παράνομη χρήση καπνογόνων σε γήπεδα, δρόμους και συγκεντρώσεις.

Παράλογο είναι να έχεις μια βαρκούλα, να είσαι υποχρεωμένος να διαθέτεις καπνογόνο διάσωσης και, για να αγοράσεις την επόμενη συσκευασία όταν η προηγούμενη λήξει, να μπαίνεις σε διαδικασία που αντιμετωπίζει την ασφάλειά σου σαν αίτημα οπλοφορίας.

Παράλογο είναι να υπάρχει δεκαετής διοικητικός ορίζοντας για την κατοχή κυνηγετικού όπλου, αλλά ο ιδιοκτήτης ενός μικρού σκάφους να ξαναμπαίνει στον λαβύρινθο της άδειας επειδή τα σωστικά μέσα που του επιβλήθηκαν πρέπει υπεύθυνα να αντικατασταθούν.

Παράλογο είναι να βλέπεις καπνούς σε δημόσιους πανηγυρισμούς και, την ίδια στιγμή, ο νόμιμος βαρκάρης να πρέπει να κρατά τον σφραγισμένο φάκελο σαν να πηγαίνει να παραλάβει εξοπλισμό πολέμου.

Η βάρκα δεν είναι εξέδρα. Το καπνογόνο διάσωσης δεν είναι οπλοστάσιο. Και η ασφάλεια στη θάλασσα δεν μπορεί να πνίγεται σε μια γραφειοκρατία πιο πυκνή από τον καπνό που υποτίθεται ότι ρυθμίζει.

Πηγές τεκμηρίωσης

1. Ελληνική Αστυνομία. Συμβουλές για αποφυγή χρήσης κροτίδων, βεγγαλικών και αυτοσχέδιων ειδών πυροτεχνίας — αναφορά στην υποχρέωση Άδειας Αγοράς για φωτοβολίδες και καπνογόνα σκαφών.
Προβολή πηγής

2. Υπουργική Απόφαση 3009/2/177-λγ’/2023, ΦΕΚ Β’ 5387/11.09.2023. Δικαιολογητικά σχετικών αδειών και πιστοποιητικό ιατρού ειδικότητας ψυχιάτρου.
Προβολή πηγής

3. Ελληνική Αστυνομία. Διοικητικές Πράξεις αρμοδιότητας Υπηρεσιών Ελληνικής Αστυνομίας, Έκδοση 6.0 — διαδικασία άδειας αγοράς φωτοβολίδων και διάρκεια άδειας κατοχής όπλων για θήρα.
Προβολή πηγής

4. Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή. Γενικός Κανονισμός Λιμένα 23 — αναφορά σε βεγγαλικά χειρός και καπνογόνα τριετούς ισχύος για συγκεκριμένη κατηγορία μικρών επαγγελματικών σκαφών.
Προβολή πηγής

5. bwinΣΠΟΡ FM. Ρεπορτάζ για πανηγυρική πομπή οπαδών του Ολυμπιακού με καπνογόνα μετά την ευρωπαϊκή επιτυχία της ομάδας στο μπάσκετ.
Προβολή πηγής

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *